Joker (2019) – Κριτική ταινίας

Παρόλο που μέχρι στιγμής δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να ανεβάσω στο blog μου κάποια κριτική ταινίας ή σειράς, πιστεύω πως θα μπορούσα να κάνω την αρχή με μια ταινία που μου κέντρισε το ενδιαφέρον φέτος και που θεωρώ πως αξίζει να κάνω μια συζήτηση σχετικά με αυτήν. Ο λόγος για την πολυσυζητημένη και αμφιλεγόμενη ταινία «ΤΖΟΚΕΡ», ένα ψυχολογικό θρίλερ σκηνοθεσίας Τοντ Φίλιπς, με πρωταγωνιστή τον καθηλωτικό Χοακίν Φοίνιξ. Πρόκειται για μια ταινία βασισμένη στη σειρά βιβλίων κόμικς «Μπάτμαν» της εταιρίας DC Comics, η οποία επικεντρώνεται στην ιστορία του ψυχοπαθή εγκληματία Joker, αντίπαλο του αυτόκλητου τιμωρού Μπρους Γουέιν (Batman).

Περιγραφή ταινίας (Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό σινεμά)

Σε μια ταραγμένη Γκόθαμ Σίτι, ο Άρθουρ Φλεκ είναι ένας κοινωνικά απροσάρμοστος, μοναχικός άντρας που ζει με τη μητέρα του και δουλεύει ως κλόουν. Ονειρεύεται καριέρα κωμικού, γι’ αυτό και εκτός από την πρωινή δουλειά του ως κλόουν, τα βράδια εργάζεται και ως stand up κωμικός. Πολύ γρήγορα συνειδητοποιεί ότι ο περίγελος είναι ο ίδιος και όχι αυτά που λέει ή κάνει και το ανεξέλεγκτο γέλιο του κάνει την κατάσταση ακόμη πιο δύσκολη, μιας και ξεσπά τις λάθος στιγμές, αποδεικνύοντας έτσι πως αδυνατεί να συντονιστεί με το κοινό του. Μάταια προσπαθεί να ελέγξει την κατάσταση δεδομένου ότι όσο περισσότερο προσπαθεί, τόσο περισσότερο γελοιοποιείται, αφήνοντας έτσι τον εαυτό του εκτεθειμένο ακόμη και σε περιστατικά βίας. Όταν η ασφυκτική πίεση του περιβάλλοντός του κορυφωθεί, η έκρηξή του θα λάβει απρόβλεπτες διαστάσεις.

Αναλυτική Κριτική

Όπως θα καταλάβατε και από την header εικόνα του άρθρου, σκοπός αυτής της ανάρτησης είναι ο σχολιασμός πολλών σημείων της ταινίας, τα οποία προδίδουν ξεκάθαρα την πλοκή της, συνεπώς παρακαλείσθε όσοι δεν έχετε δει την ταινία να απομακρυνθείτε από την παρούσα ανάγνωση γιατί κινδυνεύετε να γίνετε γνώστες αναρίθμητων σπόιλερς.

Η ταινία έχει ως θέμα της την απόγνωση ενός περιθωριοποιημένου μεροκαματιάρη κλόουν, ο οποίος παρόλο που πάσχει από μια σοβαρή ψυχική διαταραχή (η οποία δεν διευκρινίζεται στην ταινία) και προσπαθεί να αντιμετωπίσει την αρρώστια του με τα ανύπαρκτα μέσα που του παρέχει το σύστημα υγείας της Γκόθαμ, ονειρεύεται να γίνει καταξιωμένος stand up κωμικός. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας γινόμαστε μάρτυρες όλων των αντιξοοτήτων που συναντά, από την διαταραγμένη και εύθραυστη ψυχολογία που του εντείνει το οικογενειακό του περιβάλλον, μέχρι την αδικία της κοινωνίας, τον χλευασμό από πλευράς γνωστών του και άγνωστων, αλλά και την εγκληματική παραμέλησή του από πλευράς κοινωνικών παροχών.

Η κινηματογραφική περιπέτεια του Άρθουρ Φλέκ ξεκινά με ένα συγκλονιστικό πλάνο όπου ο πρωταγωνιστής προσπαθεί να μακιγιαριστεί και να φορέσει το χαρούμενο προσωπείο του κλόουν ώστε να πάει στη δουλειά του, αλλά το δάκρυ που κυλάει από τα κουρασμένα μάτια του, μουντζουρώνει την ψεύτικη μάσκα του. Πρόκειται για μια υπέροχη εισαγωγική σκηνή, διότι μας εισάγει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στην ουσία της ταινίας, η οποία δεν είναι άλλη από την άσχημη ψυχολογία ενός κουρασμένου ανθρώπου που αισθάνεται διαλυμένος και προσπαθεί με νύχια και με δόντια να φορέσει το προσωπείο ενός χαρούμενου ανθρώπου και να παραστήσει με αυτό τον τρόπο τον αισιόδοξο εργαζόμενο που προσφέρει χαρά στους γύρω του.

Ο Άρθουρ είναι ένας άνθρωπος που πέρασε εφιαλτικά παιδικά χρόνια. Υποτίθεται πως υιοθετήθηκε από τη μητέρα του σε μικρή ηλικία (και γράφω «υποτίθεται» γιατί στην ταινία υπάρχουν υπόνοιες όταν ήταν νόθο παιδί του υποψήφιου δημάρχου Τόμας Γουέιν) και κακοποιούταν συστηματικά από τον εραστή της, ο οποίος εκτός από τον Άρθουρ χτυπούσε και την ίδια. Ο Άρθουρ ζει από τότε με το βάρος μιας εγκεφαλικής πάθησης που του προκαλεί ανεξέλεγκτο γέλιο σε ακατάλληλες στιγμές, παρ’ όλο που στη πορεία της ταινίας μαθαίνουμε ότι η μητέρα του του είπε ψέματα σχετικά και με αυτό. Εκτός από τα σοβαρά του ψυχολογικά προβλήματα, ο Άρθουρ έχει αναλάβει και το βάρος της φροντίδας της επίσης ασταθούς ψυχολογικά μητέρας του, Πέννυ Φλέικ, με την οποία κάθε βράδυ παρακολουθεί το talk show του παρουσιαστή Μάρεϊ Φράνκλιν.

Στο πρόσωπο του Μάρεϊ ο Άρθουρ φαντασιώνεται την πατρική στοργή που ποτέ δεν είχε. Σε μια σκηνή όπου οπτικοποιείται η ονειροπόλησή του, ο Άρθουρ δέχεται τα συγχαρητήρια του Μάρεϊ που θυσίασε όλη του τη ζωή για να φροντίζει από μικρό παιδί τη μητέρα του και στη συνέχεια βλέπουμε τον Μάρεϊ να τον αγκαλιάζει λέγοντάς του «Θα άφηνα τα πάντα στη στιγμή, αν είχα έναν γιο σαν κι εσένα». Είναι η πρώτη στιγμή της ταινίας όπου μας γίνεται ξεκάθαρο το ότι υποφέρει από πατρική εγκατάλειψη, γεγονός που γίνεται ακόμη πιο ξεκάθαρο όταν διαβάζει κρυφά κάποια γράμματα της μητέρας του που είχαν ως παραλήπτη το πρώην αφεντικό της, Τόμας Γουέιν. Συντετριμμένος μετά την αποκάλυψη πως ο Τόμας Γουέιν είναι ο βιολογικός του πατέρας, ο Άρθουρ ξεκινάει έναν αγώνα για να καταφέρει να τον συναντήσει και να του μιλήσει, για να εισπράξει τελικά την άρνηση και την αδιαφορία του, δευτερόλεπτα αφότου ο Άρθουρ του είχε δηλώσει ότι «Δεν θέλω κάτι από εσένα, ίσως λίγη ζεστασιά, ίσως μια αγκαλιά μπαμπά».

Η έκδηλη ανάγκη του για κοινωνική και ανθρώπινη επαφή συνεχίζεται όταν φαντασιώνεται ότι συνάπτει σχέσεις με την αφροαμερικανίδα ένοικο της πολυκατοικίας όπου μένει, Σόφι Ντεμόντ, μια ονειροπόληση στην οποία εκείνη εμφανίζεται να του μιλάει γλυκά, να τον ενθαρρύνει στις δύσκολες στιγμές του, να παρευρίσκεται στις stand up εμφανίσεις του και να τον στηρίζει όταν η μητέρα του εισάγεται στο νοσοκομείο μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο. Το συμβάν αυτό συμπέφτει με τις αποκαλύψεις πως όντως ο Άρθουρ είναι υιοθετημένος, γεγονός που τον οδηγεί στο να δολοφονήσει την μητέρα του μες στο δωμάτιο του νοσοκομείου, θυμωμένος που εκείνη επέτρεψε στον τότε εραστή της να τον κακοποιεί συστηματικά όταν ήταν μικρός. Σε αυτή τη σκηνή γινόμαστε μάρτυρες της απόλυτης ανακούφισης του (συγκλονιστική σκηνοθετικά η σκηνή που στέκεται στο παράθυρο και τον λούζουν οι ακτίνες του ηλίου, δεδομένου ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή στην ταινία κυριαρχούσαν μόνο τα μουντά πλάνα), δείχνοντας έτσι πως η μητέρα του όλα αυτά τα χρόνια μόνο βάρος αποτελούσε για εκείνον και όχι χαρά, στήριξη ή συμπαράσταση. Δυστυχώς ο Άρθουρ, εκτός από την έλλειψη της πατρικής αγάπης, βλέπουμε πως υπέφερε ξεκάθαρα και από την έλλειψη της μητρικής στοργής.

Αυτός ο φόνος όμως δεν είναι σε καμία περίπτωση ο πρώτος φόνος για τον Άρθουρ. Ως θεατές έχουμε γίνει ήδη μάρτυρες τριών φόνων του και, παράλληλα με όλη αυτή τη διαπίστωση σχετικά με τον ψυχισμό του και τα παιδικά του τραύματα, έχουμε ήδη αρχίσει να γινόμαστε μάρτυρες της σταδιακής μετατροπής του σε δολοφόνο. Προσωπικά θεωρώ πως ο Άρθουρ από την αρχή της ταινίας ήταν ένα άτομο που είχε πλήρη επίγνωση πως η ψυχική του διαταραχή μπορούσε να τον καταστήσει ικανό να γίνει επικίνδυνος. «Δεν επιτρέπεται να κρατάω όπλο», λέει στον συνάδελφό του, Ράνταλ, όταν εκείνος του δίνει παράνομα ένα πιστόλι με τη συμβουλή να το χρησιμοποιήσει στην επόμενη επίθεση εναντίον του (έχει προηγηθεί η επίθεση πέντε νεαρών εναντίον του οι οποίοι τον λήστεψαν εν ώρα εργασίας, τραυματίζοντάς τον σοβαρά). Η κατοχή αυτού του όπλου γίνεται η αιτία να χάσει τη δουλειά του αλλά και να διαπράξει το πρώτο του φόνο, όταν τρεις υπάλληλοι της Γουόλ Στριτ του επιτίθονται φραστικά και σωματικά στον ηλεκτρικό.

«Γιατί όλοι είναι αναστατωμένοι γι’ αυτούς; Αν ήμουν εγώ που πέθαινα στο πεζοδρόμιο θα περνούσατε από πάνω μου. Περνάω κάθε μέρα από μπροστά σας και δεν μου δίνετε σημασία», θα δηλώσει λίγο αργότερα για τους φόνους, παρόλο που αρχικά τον βλέπουμε να μην ασχολείται καθόλου με αυτό, δεδομένου ότι είναι απασχολημένος με την μητέρα του που ήδη νοσηλεύεται με εγκεφαλικό. Η αδιαφορία και η σκληρότητα της κοινωνίας γίνεται ακόμη μια φορά εμφανής, όταν οι αστυνομικοί που έχουν αναλάβει τη διαλεύκανση αυτών των φόνων, παραδέχονται μπροστά του πως αυτοί ήταν η αιτία που κατέληξε η μητέρα του στο νοσοκομείο, ως αποτέλεσμα της ταραχής που της προκάλεσαν, όταν την ενημέρωσαν για τις υποψίες τους ότι ο γιος της διέπραξε το τριπλό φονικό.

Πέμπτος του φόνος στην ταινία, η επίθεση πρωτοφανούς αγριότητας εναντίον του πρώην συνάδελφού του, Ράνταλ, τον οποίο και θεωρεί υπεύθυνο για την απόλυσή του. Ο Άρθουρ του επιτίθεται με ψαλίδι όταν εκείνος μαζί με τον νάνο πρώην συνάδελφό του, Γκάρι, τον επισκέπτονται στο σπίτι του για να τον συλλυπηθούν για τον θάνατο της μητέρας του. Ο Άρθουρ τον σκοτώνει, όμως αφήνει τον Γκάρι να φύγει λέγοντάς του: «Δεν θα σε πειράξω. Ήσουν ο μόνος που μου φέρθηκε ευγενικά», μια λέξη την οποία ξαναναφέρει στην ταινία, δείχνοντας πως πράγματι έχει ανάγκη από την ευγένεια και τον σεβασμό των γύρω του: «Απλώς ζητώ λίγη ευγένεια. Τι τρέχει επιτέλους μ’ εσάς;».

Η συμπεριφορά οίκτου απέναντι στον Ράνταλ είναι και ο λόγος που πιστεύω πως τελικά δεν σκότωσε την Σόφι φεύγοντας από το διαμέρισμά της που είχε παραβιάσει μπαίνοντας, παρόλο που δεν διευκρινίζεται στην ταινία αν τελικά τη σκότωσε η όχι. Η Σόφι ήταν ένα άτομο που του είχε μιλήσει πολύ ευγενικά στην πρώτη τους συνάντηση στο ασανσέρ (κάτι που κανείς δεν το συνήθιζε απέναντί του) και το ίδιο ευγενικά του μίλησε και όταν τον βρήκε σπίτι της. Επίσης, όταν ο Άρθουρ την είχε παρακολουθήσει στην πόλη, το μόνο που είχε παρατηρήσει επάνω της ήταν το πόσο όμορφα και με πόση αγάπη φερόταν στην κόρη της, γεγονός που θεωρώ πως ήταν και ο λόγος που άρχισε να έχει φαντασιώσεις μαζί της. Ο Άρθουρ είχε δει τη Σόφι να προσφέρει στην κόρη της αγάπη και στοργή, κάτι που ο ίδιος δεν έλαβε ποτέ από τη δική του μητέρα.

Λίγο πριν το τέλος της ταινίας, έχουμε τη δολοφονία του Μάρεϊ, στην οποία και θεωρώ ότι βρίσκεται συγκεντρωμένο ολόκληρο το νόημα της ταινίας, όλα τα μηνύματα δηλαδή που θέλει να περάσει ο σεναριογράφος στους θεατές της. Ενόσω βρίσκεται στο νοσοκομείο φροντίζοντας την μητέρα του, ο Άρθουρ βλέπει να προβάλλεται στην εκπομπή του Μάρεϊ ένα βίντεο που τραβήχτηκε κατά τη διάρκεια μιας εξευτελιστικής του στιγμής στο stand up comedy νούμερο του. Η εκπομπή καλεί τον Άρθουρ να εμφανιστεί ζωντανά στο στούντιο και ο ίδιος δέχεται χωρίς δεύτερη σκέψη, όχι με ενθουσιασμό αλλά με θυμό, δεδομένου ότι είναι πεπεισμένος ότι ο Μάρεϊ  δεν το κάνει για να τον εκθειάσει ως επιτυχημένο κωμικό, αλλά για να τον γελοιοποιήσει ως καθυστερημένο.

Από την αρχή της συνέντευξής του στην εκπομπή αρχίζει να διαφαίνεται ότι δεν θα υπάρξει καλή κατάληξη. Ο Άρθουρ προσπαθεί να κάνει κάποια αστεία κι όταν ο Μάρεϊ του κάνει παρατήρηση πως δεν μπορεί να αστειεύεται με τον θάνατο, τότε ο Άρθουρ ομολογεί ότι αυτός ήταν που σκότωσε τους τρεις νεαρούς της Γουόλ Στριτ στον ηλεκτρικό:

«Τους σκότωσα γιατί ήταν απαίσιοι. Όλοι είναι απαίσιοι αυτές τις μέρες. Κι εσύ είσαι απαίσιος Μάρεϊ. Έδειξες το βίντεο μου στην τηλεόραση και με κάλεσες στην εκπομπή σου για να με γελοιοποιήσεις. Είσαι ακριβώς σαν όλους τους άλλους!».

Οι δηλώσεις του συνεχίζονται, στην προσπάθεια του να εξηγήσει στον Μάρεϊ γιατί ο ίδιος θεωρεί αστείο τον θάνατο αυτών των αντρών: «Ναι, θεωρώ πως η δολοφονία αυτών των ανθρώπων είναι κάτι αστείο. Κουράστηκα να προσποιούμαι ότι δεν είναι. Ξέρεις,… η κωμωδία είναι υποκειμενική. Όλοι εσείς, το σύστημα που γνωρίζει τόσα πολλά, αποφασίζετε για το τι είναι σωστό ή λάθος με τα ίδια ακριβώς κριτήρια που αποφασίζετε τι είναι αστείο και τι όχι». Στη συνέχεια αρχίζει να γίνεται ξεκάθαρο ότι μιλάει για την περιθωριοποίηση που βιώνει ως ένας εξαθλιωμένος άνθρωπος χωρίς καμιά αξία για τους οικονομικά ευκατάστατους:

«Όλοι φωνάζουν και ουρλιάζουν ο ένας στον άλλον. Κανείς δεν είναι πλέον πολιτισμένος. Κανείς δεν σκέφτεται πώς είναι να είσαι ο άλλος άνθρωπος. Νομίζετε πώς άνθρωποι σαν τον Τόμας Γουέιν νιώθουν πώς είναι να είσαι σαν κι εμένα; Να είσαι κάτι πέρα από τον εαυτό σου; Δεν το κάνουν. Νομίζουν πως απλά θα κάτσουμε εκεί και θα το δεχτούμε σαν καλά παιδάκια. Ότι δεν θα γίνουμε λυκάνθρωποι και δεν θα αγριέψουμε», για να κλείσει στο τέλος τον λόγο του με μια ανατριχιαστική και συνάμα καθηλωτική δήλωση, δευτερόλεπτα πριν τραβήξει το όπλο του και εκτελέσει τον Μάρεϊ:

«Αυτό ακριβώς παίρνεις σαν αποτέλεσμα*, όταν συνδυάζεις έναν ψυχικά άρρωστο με μια κοινωνία που του φέρεται σαν σκουπίδι».

(* εννοεί ότι αυτό που τελικά παίρνεις σαν αποτέλεσμα είναι έναν δολοφόνο)

Τελικά, ήταν πράγματι ο Άρθουρ ένας σχιζοφρενής, κοινωνιοπαθής ή ψυχοπαθής που κατέληξε να σκοτώνει τον κόσμο αδιακρίτως; Προσωπικά με βάζει σε σκέψεις η τελευταία του δήλωση γιατί μου δίνει την εντύπωση πως έχει σκεφτεί λογικά μέσα του και έχει καταλήξει στο συμπέρασμα πως ο λόγος που τα κάνει όλα αυτά είναι επειδή ως ψυχικά άρρωστος δεν έλαβε σωστή ιατρική φροντίδα και κατέληξε έτσι έρμαιο ενός κοινωνικού χλευασμού που επιδείνωσε την κατάστασή του. Κι αυτό γιατί από την αρχή της ταινίας τον βλέπουμε σαν έναν άνθρωπο που, όχι μόνο αναγνωρίζει ότι έχει ψυχολογικό πρόβλημα, αλλά, δεδομένης της άθλιας οικονομικής του κατάστασης, κάνει ό,τι μπορεί για να λάβει τη φροντίδα που απαιτείται. Έχει νοσηλευτεί, παρακολουθείται από ψυχολόγο, ζητά ξανά να νοσηλευτεί επειδή δεν αισθάνεται καλά, ζητά να του αυξήσουν τα φάρμακα, αρνείται να κρατήσει όπλο, πανικοβάλλεται όταν του ανακοινώνουν ότι ο δήμος θα πάψει να χρηματοδοτεί τις κοινωνικές υπηρεσίες που του παρέχουν ιατροφαρμακευτική αγωγή και παρακολούθηση από ψυχολόγο κι όλα αυτά γιατί έχει συναίσθηση ότι δεδομένης της κατάστασής του μπορεί να καταστεί επικίνδυνος για τους άλλους: «Πώς μπορούν να κόβουν τη χρηματοδότηση; Πώς θα παίρνω τώρα τα φάρμακά μου; Σε ποιόν θα μιλάω;»

Παρ’ όλες όμως τις εκκλήσεις του για βοήθεια, το μόνο που εισπράττει είναι κρατική αδιαφορία. Η ψυχολόγος που τον παρακολουθεί τον αγνοεί επιδεικτικά όταν της μιλάει, με την δικαιολογία ότι το κράτος δεν νοιάζεται ούτε για αυτόν που θα μείνει χωρίς θεραπεία, αλλά ούτε για την ίδια που θα μείνει χωρίς δουλειά. Οι λέξεις που χρησιμοποιεί όταν της μιλά είναι πραγματικά συγκλονιστικές: «Δεν με ακούς όταν σου μιλάω! Δεν με βλέπεις καν σαν πραγματικό άνθρωπο και μου κάνεις τις ίδιες και τις ίδιες ερωτήσεις κάθε βδομάδα. Με ρωτάς αν έχω αρνητικές σκέψεις, τη στιγμή που το μόνο που έχω είναι αρνητικές σκέψεις. Αλλά δεν με ακούς έτσι κι αλλιώς. Είπα πως για ολόκληρη τη ζωή μου δεν ξέρω αν καν υπήρξα. Αλλά υπάρχω. Κι οι άνθρωποι αρχίζουν να το παρατηρούν (*εννοεί πως αρχίζουν να το παρατηρούν μετά από το τριπλό φονικό που διέπραξε).

Και μέσα σε όλες τις χωρίς αποτέλεσμα συνεδρίες του, στον τοίχο υπάρχει πάντα ένα ρολόι που δείχνει την ίδια ώρα: 11:11. Σαν να δείχνει ότι ο χρόνος δεν έχει καμία σημασία, σαν να θέλει να μας πει πως, όσος χρόνος κι αν περάσει, όσες άσκοπες προσπάθειες κι αν γίνουν το πρόβλημα του Άρθουρ δεν θα βρει καμία λύση, τα πάντα είναι μάταια, τα πάντα θα μείνουν όπως είναι.

Προσωπική άποψη

Θα μπορούσα να μιλάω για μέρες σχετικά με το πόσο πολύ μου άρεσε η συγκεκριμένη ταινία. Νομίζω πως σε ένα κόσμο που το μόνο που μετράει είναι η τέλεια αλλά ψεύτικη φωτογραφία που θα ανεβάσουμε στα κοινωνικά δίκτυα και όχι η πραγματική μας εικόνα, έχουμε ανάγκη από τέτοια έργα που προσπαθούν να μας εξηγήσουν το “γιατί” των πραγμάτων.

Κάθε μέρα βλέπουμε πρωτοσέλιδα εφημερίδων γεμάτα δολοφονίες, βιασμούς, αυτοκτονίες, τρομοκρατικά χτυπήματα κ.α. και ποτέ κανείς δεν αναρωτιέται πώς φτάσαμε ως εκεί. Και σε καμία περίπτωση δεν το λέω από την άποψη του να λυπηθούμε τον θύτη και να μειώσουμε έτσι το βάρος της πράξης του, λέγοντας: «Α, ναι μωρε, βίασε 20 παιδάκια αλλά να, ξέρεις τον είχαν βιάσει κι αυτόν ως παιδί άρα δεν πειράζει, συγχωρεμένος». Όχι! Καμία σχέση με αυτό!

Η πράξη είναι πράξη, η καταδίκη είναι καταδίκη, αλλά το “γιατί” είναι πολύ σημαντικό ως προς την πρόληψη!

Ένα έγκλημα θα πάψει να υφίσταται μόνο αν ανακαλύψουμε τους παράγοντες που το προκάλεσαν και μόνο αν γνωρίζουμε αυτούς τους παράγοντες θα μπορέσουμε επιτέλους να κάνουμε κάτι έτσι ώστε να το εξαλείψουμε. Η συγκεκριμένη ταινία, λοιπόν, θεωρώ πως κάνει ακριβώς αυτό και γι’ αυτό θα ήταν καλό να τη δούμε. Για να μπορέσουμε με αυτό τον τρόπο να καταλάβουμε πως όταν σε μια κοινωνία, ένας ψυχικά ασταθής ο οποίος λόγω της οικονομικής του κατάστασης δεν μπορεί να έχει πρόσβαση σε μια ποιοτική και σωστή ιατρική φροντίδα και τελικά καταλήγει χωρίς φάρμακα, μέσα σε μια κοινωνία που τον χλευάζει, τον αγνοεί ή του φέρεται απαίσια (επίσης αποτέλεσμα της γενικότερης οικονομικής κρίσης, διότι όταν μια κοινωνία ευημερεί είναι πιο εύκολο γι’ αυτήν να συμπονέσει και να βοηθήσει αυτόν που έχει ανάγκη, σε αντίθεση με μια κοινωνία που μαστίζεται από την οικονομική κρίση και έχει καταλήξει να γίνει πιο σκληρή, πιο εγωκεντρική) τότε είναι σχεδόν βέβαιο πως αργά ή γρήγορα θα καταλήξει να κλέψει, να βιάσει ή να σκοτώσει, στην προσπάθεια του να εκδικηθεί με αυτόν τον τρόπο την κοινωνία που τον έχει περιθωριοποιήσει.

Κλείνοντας, έχω να προσθέσω πως η ερμηνεία του Χοακίν Φίνιξ είναι με λίγα λόγια αριστουργηματική, το ίδιο και η σκηνοθεσία από τον άλλοτε γνωστό για τις κωμικές του επιτυχίες, Τοντ Φίλιπς (δημιουργό των ταινιών “Hangover”). Θα περιμένω με αγωνία την ανακοίνωση των υποψηφιοτήτων για τα Όσκαρ του 2020 αλλά και την βραδιά της απονομής, ελπίζοντας να κερδίσει τα πολυπόθητα αγαλματίδια γιατί πραγματικά το αξίζει!

Περιμένοντας και τα δικά σας σχόλια σχετικά με την ταινία, με εκτίμηση

Μιχελακάκη Μαρία.

 

Photo Credits:

  • Photos and images of JOKER and all related characters and elements © & ™ DC Comics. © Warner Bros. Entertainment Inc.

2 σκέψεις σχετικά με το “Joker (2019) – Κριτική ταινίας

  1. Ο/Η ΜΑΡΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΥ λέει:

    Μαρία παρόλο που ακόμα δεν έχω δει την ταινία και θα πάω μάλλον τις επόμενες μέρες, διάβασα με μεγάλη προσοχή και ενδιαφέρον την κριτική σου. Πραγματικά με έβαλες σε σκέψεις με τα ερωτήματα και τους διαλόγους της ταινίας. Θα επανέλθω μόλις την δω.
    Να γράφεις τέτοιου είδους κριτικές γιατί δεν είναι απλά για το φαίνεσθαι της ταινίας αλλά για όσα θέλει να πει μια ταινία.
    Να είσαι καλά!

    Μου αρέσει!

    • Ο/Η Μιχελακάκη Μαρία λέει:

      Ωχ, ελπίζω να μην σου το χάλασα λόγω των απίστευτα πολλών σπόιλερς! Πραγματικά, όπως έγραψα και στο τέλος θα μπορούσα να μιλάω μέρες γι’ αυτή την ταινία και για τα πόσα πολλά μηνύματα περνάει. Μάλιστα παρόλο που το άρθρο μου βγήκε τεράστιο, μετά που έκατσα να το ξαναδιαβάσω συνειδητοποίησα ότι ξέχασα τα μισά από όσα ήθελα να προσθέσω. 😀 Το κακό με εμένα και με τις κριτικές ταινιών είναι πως, δυστυχώς, σπάνια βρίσκω κάποια ταινία να με ενθουσιάσει τόσο πολύ, σε σημείο να θέλω να γράψω γι’ αυτήν! Έχω στα υπόψιν να γράψω κάποια στιγμή για το «Η Μορφή του Νερού» που είδα πέρισι και με συγκλόνισε, όπως επίσης και για μία ιαπωνική ταινία εποχής που είδα πριν πολλά χρόνια και κατά ένα μεγάλο μέρος αποτέλεσε την κύρια έμπνευσή μου για το πρώτο μου μυθιστόρημα. Κι από συγγραφικής άποψης πάντως θεωρώ πως αξίζει τον κόπο κάποιος συγγραφέας να πάει να δει αυτή την ταινία, το χτίσιμο του χαρακτήρα του Άρθουρ είναι συγκλονιστικά υπέροχο και έχει να μας διδάξει πολλά.
      Περιμένω με ανυπομονησία τις εντυπώσεις σου από την ταινία, κι αν ανεβάσεις ποστ με την κριτική σου, άφησε οπωσδήποτε το λινκ σε σχόλιο σε αυτήν εδώ την ανάρτηση για να μπω να το διαβάσω!!!
      Φιλάκια πολλά πολλά και πάλι σ’ευχαριστώ που διάβασες το άρθρο μου 😉

      Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s